βικία

βικία
Grammatical information: f.
Meaning: `vetch', vicia sativa (Gal.)
Other forms: βικίον n.
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Lat.
Etymology: From Latin vicia.

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • βικία — βικίᾱ , βικία vetch fem nom/voc/acc dual βικίᾱ , βικία vetch fem nom/voc sg (attic doric aeolic) βικίον neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βίκια — (vicia).Κοινή ονομασία φυτού, γνωστού με την επιστημονική ονομασία β. η λεπτόφυλλη, της οικογένειας των ψυχανθών. Είναι γνωστό και με την ονομασία αγριοκαβαλαριά. Η β. είναι πολυετές φυτό, ύψους έως 2 μ., χνουδωτό και αναρριχώμενο. Το φυτό αυτό… …   Dictionary of Greek

  • βικίαν — βικίᾱν , βικία vetch fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βίκος — Μονοετής ή διετής χνουδωτή πόα της οικογένειας των ψυχανθών, με βλαστό έρποντα ή αναρριχώμενο που φτάνει σε μήκος το 1 μ. Έχει φύλλα σύνθετα, από 5 έως 7 ζεύγη, και ελλειψοειδή ή προμήκη φυλλάρια· μετά το τελευταίο ζεύγος φυλλαρίων καταλήγουν σε… …   Dictionary of Greek

  • vicia — (Del lat. vicia.) ► sustantivo femenino 1 BOTÁNICA Arveja o algarroba, planta leguminosa que se utiliza como forraje. 2 BOTÁNICA Semilla de esta planta. * * * vicia (del lat. «vicĭa», del gr. «bikía») f. *Algarroba (planta leguminosa). * * *… …   Enciclopedia Universal

  • κουκιά — Ετήσιο ποώδες φυτό της οικογένειας των ψυχανθών. Η επιστημονική ονομασία του είναι Vicia faba. Οι βλαστοί της κ. είναι μεγάλοι, αδιακλάδωτοι και μπορούν να φτάσουν σε ύψος τα 2 μ. Τα φύλλα της είναι σύνθετα, αποτελούμενα από έξι μεγάλα, ωοειδή… …   Dictionary of Greek

  • αγριοαρακάς — Κοινή ονομασία του φυτού βίκια η δασύκαρπος της οικογένειας των ψυχανθών. Είναι μονοετές ή πολυετές φυτό, ύψους 0,30 1 μ. Ο βλαστός της είναι λεπτός, με γωνίες, που αναρριχάται. Είναι αυτοφυές φυτό, διαδεδομένο σε όλη την Ελλάδα, στην κεντρική… …   Dictionary of Greek

  • ՎԻԳՆ — ( ) NBH 2 0820 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical գ. ՎԻԳՆ կամ ՎԻԿՆ. ὅροβος ervum. ռմկ. վիգ, վիկը. իտ. վէ՛ճճիօլօ . իբր յն. լտ. βικία cicia. որ ի բառս Գաղիանոսի գրի՝ Բիկոս, վիկ, կամ վիգն: Ոլոռն վայրի՝ կեր գրաստուց պարարիչ. ...… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • vicia — (Del lat. vicĭa, y este del gr. βικία). 1. f. algarroba (ǁ planta leguminosa). 2. Semilla de esta planta …   Diccionario de la lengua española

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.